reporter-logo inbusiness-news-logo omada-logo

Άγνωστες ιστορίες για τον Γιώργο Μαζωνάκη-Πώς ξεκίνησε το τραγούδι, ο πρώτος δίσκος, το σουξέ στην Πάτρα και οι επιτυχίες

Ο Έλληνας Robbie Williams δεν μένει πια εδώ. Το «παιδί της νύχτας» ή ο Μαζώ όπως τον φώναζαν έσβησε το μεσημέρι της Τετάρτης στα 54 χρόνια του, λίγες μέρες πριν την επετειακή συναυλία για τα 33 χρόνια της διαδρομής του στην Τεχνόπολη.

Έχοντας εμπλακεί τα τελευταία χρόνια σε μια ψυχοφθόρα οικογενειακή διαμάχη που τον οδήγησε μέχρι το Δρομοκαΐτιο-χωρίς φυσικά να το επιθυμεί ο ίδιος-έδειχνε ότι θα έκανε φέτος ένα restart.

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ: Όλα τα νέα των celebrities με ένα κλικ στο #CelebrityNewsCyprus

Όμως η συγκεκριμένη λέξη δεν άρεσε σε αυτόν τον γοητευτικό αλήτη, που πάνω στην σκηνή μεγαλουργούσε όχι μόνο στυλιστικά, αλλά κυρίως ερμηνευτικά.

Πολλοί φίλοι και γνωστοί του υποστηρίζουν ότι την ημέρα που ο Γιώργος Μαζωνάκης γεννήθηκε δεν έκλαψε αλλά τραγούδησε με τον δικό του τρόπο για πρώτη φορά.

Το πόσο διαφορετικός ήταν φάνηκε από τα παιδικά του χρόνια στις αλάνες της Νίκαιας που μεγάλωσε αφού απεχθανόταν να κλωτσάει την μπάλα μαζί με τα άλλα παιδιά στα αυτοσχέδια ποδοσφαιρικά γήπεδα.

«Έμπαινα με το ζόρι στο γήπεδο, σε μια περιοχή όπου παίζανε πολύ ποδόσφαιρο. Εγώ δεν το κατάλαβα ποτέ αυτό το πράγμα» θα πει χρόνια αργότερα ίσως επειδή από τα πέντε του μόλις χρόνια ήξερε τι ήθελε να γίνει.

Στην ερώτηση μικρών ή μεγάλων τι ήθελε να γίνει στην ζωή του όταν μεγαλώσει η απάντηση ήταν μία: «Ηθοποιός η τραγουδιστής».

Τελικά έμελλε να τα κάνει και τα δύο.

Ο Γιώργος Μαζωνάκης σε συνέντευξη σε ηλικία 20 ετών:

Ο επίμονος 15χρονος

Οι γονείς του Γιώργου δεν αντιλαμβάνονται ότι ο κανακάρης τους επιθυμεί να κάνει καριέρα στην πολύπαθη αλλά σαφώς πιο αθώα στα 80’ς ελληνική σόου μπιζ.

Εκείνοι θέλουν να τον κάνουν καλό άνθρωπο, να έχει τρόπους και να μαθαίνει από την ζωή ο μικρός όμως ακούει Καζαντζίδη και «πονάει», ακούει Διονυσίου και συγκλονίζεται. «Τελικά ήμουν ταμένος γι’ αυτό» παραδέχεται όταν πλέον είναι σταρ.

Στο σχολείο δεν αδιαφορεί, αλλά δεν είναι και το καλύτερό του. «Ήμουν μέτριος μαθητής» μου είπε όταν συναντηθήκαμε πριν από δέκα έξι χρόνια και αμέσως θέλησε να το πάρει πίσω όχι για κάποιο άλλο λόγο αλλά επειδή ποτέ δεν του άρεσε η συγκεκριμένη λέξη.

«Δεν ήμουν καλός» ήταν η φράση που προτιμούσε, ίσως επειδή ήθελε πάντα να είναι μακριά από τις μετριότητες σε ότι κι αν έκανε, ειδικά από την στιγμή που καταπιάστηκε με το τραγούδι.

Με τους έρωτες αντίθετα καταπιάστηκε μέχρι να τελειώσει το σχολείο και όπως μου είχε πει «ερωτεύτηκα αρκετές φορές στη ζωή μου μέχρι να τελειώσω το σχολείο. Μετά το έκοψα γιατί έρωτας τελικά είναι η ανάγκη σου. Είναι κάτι που συμβαίνει σε σένα, δεν είναι απαραίτητο να συμβαίνει και στον άλλο».

Για τον ίδιο, ο πρώτος του μεγάλος έρωτας ήταν η σκηνή του θεάτρου, εκεί όπου μεταμορφωνόταν σε κάτι άλλο από ένα παιδί της Νίκαιας.

Η πρώτη φορά

Στο πολυκλαδικό λύκειο του Αιγάλεω στα μέσα της δεκαετίας του ’80 τα παιδιά στήνουν παραστάσεις που ανεβαίνουν στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά. Ο Μαζωνάκης συμμετέχει παθιασμένα υπό την επίβλεψη του ηθοποιού Γιώργου Τσιμπή, από το αμφιθέατρο του Σπύρου Ευαγγελλάτου.

Αυτό όμως θα τελειώσει μια σχολική μέρα όπου ο έφηβος Μαζώ ακολουθεί το σύνηθες δρομολόγιο σπίτι-σχολείο-σπίτι, όταν το μάτι του πέφτει πάνω στην ταμπέλα ενός μαγαζιού που στεγάζεται στον πρώτο όροφο ενός οικήματος.

Λέγεται «Μουσικό Ρετιρέ», είναι μια ανάσα από το σπίτι του και αυτό που του μένει είναι η ράμπα με τα φώτα που διακρίνεται.

«Εκείνη την ημέρα αναρωτήθηκα αν θα τραγουδήσω ποτέ σε αυτό το μαγαζί» χωρίς να φαντάζεται ότι αυτή η μέρα ήταν πολύ κοντά, για την ακρίβεια κάποιες εβδομάδες αργότερα.

Ήταν ένα βράδυ που ο Γιώργος μαζί με μια νεαρή θεία του φεύγει από ένα σχολικό πάρτι και πάει στο «Μουσικό Ρετιρέ» αποφασισμένος να λουστεί τα φτωχικά φώτα της μπάρας μπροστά σε ένα μικρόφωνο.

Ο ιδιοκτήτης «ζυγίζει» τον 15χρονο πιτσιρικά που του πλασάρεται σαν τραγουδιστής και τον στέλνει σπίτι του όταν βλέποντάς τον μαζί με την θεία του ρωτάει ποιος τραγουδάει.

«Εγώ» του λέει ο Μαζώ για να εισπράξει την απάντηση «άντε ρε από δω που τραγουδάς» από τον ιδιοκτήτη στον οποίο θα γίνει εφιάλτης πηγαίνοντας ξανά και ξανά.

Θα ενδώσει τελικά τελικά και ένα βράδυ του 1987, λίγο μετά την πρωτοχρονιά ο Γιώργος Μαζωνάκης έχοντας κατεβάσει δυο-τρία ποτά για να πάρει θάρρος βγαίνει στο πάλκο, σαν το τελευταίο όνομα του μαγαζιού.

Ο πρώτος άνδρας, η φίρμα δηλαδή, είναι ένα νέο παιδί ο οποίος εικοσιένα χρόνια αργότερα θα συναντηθεί ξανά με τον Μαζωνάκη στην πίστα του αχανούς Fever.

Μόνο που αυτή τη φορά οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί.

Ο αλλοτινός πιτσιρικάς είναι πλέον το πρώτο όνομα.

5582942882933204 image

Ο πιανίστας και το σοκ της Μαρινέλλας

Το πρώτο βράδυ που τραγούδησε το μαγαζί έχει γεμίσει από το σόι του Γιώργου αφού γονείς, ξαδέρφια, θείοι και θείες συρρέουν για να τον στηρίξουν.

Αρχίζει να τους προσφωνεί από το μικρόφωνο έναν-έναν και το ηχητικό ντοκουμέντο της πρεμιέρας του σε ένα μαγαζί που ήταν κάτι ανάμεσα σε ταβέρνα και μπουζούκια καταγράφεται σε κασέτα που έχει ακόμη η μητέρα του.

5582943058246177 image

Ένα χρόνο πριν πάντως ο γιος της είχε φροντίσει να πάρει και μια δεύτερη γνώμη για το αν ήταν καλός τραγουδιστής. Ξέροντας ότι ο πρώτος ξάδερφος της μητέρας του είχε παντρευτεί την σταρ τότε Νέλλη Γκίνη, της τηλεφώνησε και την ρώτησε που πρέπει να απευθυνθεί για να πάρει μια δεύτερη γνώμη.

Η Γκίνη τον στέλνει στην κυρία Άννα Διαμαντοπούλου, δασκάλα φωνητικής για να τον ακούσει λέγοντάς του: «Αν σου πει ότι δεν κάνεις παράτα τα».

Μαζί του παίρνει τους γονείς του και έναν φίλο του πιανίστα, για να παίξει το τραγούδι που θα έλεγε αν δεν το ήξερε η δασκάλα!

Η Διαμαντοπούλου μένει ξερή όταν βλέπει ένα πιτσιρικά να έχει μαζί του και τον μουσικό του, τον ακούει και λέει στους γονείς του: «Το ταλέντο είναι έμφυτο, η τεχνική διδάσκεται» και τον αναλαμβάνει.

Ξερή όμως μένει και η αξέχαστη Μαρινέλλα όταν ο δεκαπεντάχρονος ακόμα Μαζωνάκης που έχει πάει να την δει στο «Rex» πηγαίνει μετά το τέλος της εμφάνισής της στο καμαρίνι της για να την συγχαρεί.

Της συστήνεται ως «Γιώργος Μαζωνάκης, συνάδελφος» αναμιγνύοντας ιδανικά την ευγένεια με το θράσος της εφηβείας του, κάνοντας την μεγάλη κυρία του τραγουδιού να γελάσει με την καρδιά της πριν του ευχηθεί τα καλύτερα.

Θα μείνει στο «Μουσικό Ρετιρέ» για πέντε περίπου μήνες, πριν φύγει για να πάει σε ένα καλύτερο μαγαζί στον Πειραιά, ενώ αμέσως μετά θα ξεκινήσει να οργώνει την επαρχία.

Ένας σταρ γεννιέται

«Εκείνη την εποχή η επαρχία ήταν σοβαρό σχολείο. Αν έμενα στην Αθήνα όπου και να πήγαινα θα έλεγα μισό τραγούδι, άντε ένα και αυτό ήτανε. Ήταν διαφορετικά τα πράγματα τότε» θυμήθηκε ο Μαζώ σε μια συνέντευξη που είχαμε κάνει μαζί πριν δέκα έξι χρόνια.

«Όργωσε» την περιφέρεια τραγουδώντας σε σκυλάδικα αλλά και σε καλά μαγαζιά στην Καβάλα, στην Αλεξανδρούπολη στην Ρόδο και φυσικά στην Πάτρα, όπου πήγε για μια σεζόν και έμεινε τρία χρόνια.

Στην πρωτεύουσα της Αχαΐας τον στέλνει ένα γραφείο με το οποίο συνεργαζόταν εκείνη την εποχή.

Είναι 1989 και στην τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Ελλάδας κατεβαίνει χωρίς να γνωρίζει ότι από εκεί θα αρχίσει να συζητιέται το όνομά του στην δισκογραφία.

Η πρώτη του εμφάνιση είναι στο «Zoom» μαζί με την Νέλλη Γκίνη. Με την άνεση που είχε βγαίνει στην πίστα και εισπράττει την παντελή αδιαφορία των Πατρινών, που όπως θυμόταν ο ίδιος «ήταν σαν να με είχανε χεσμένο».

Συνέντευξη του Γιώργου Μαζωνάκη από τον καιρό που ήταν στην Πάτρα:

Τελειώνει το πρόγραμμά του και πάει στο καμαρίνι του αποφασισμένος να φύγει την άλλη μέρα αλλά ο ιδιοκτήτης Νίκος Κούφης του το ξεκόβει λέγοντάς του «δεν πρόκειται να πας πουθενά. Αύριο θα σε προσκυνάνε».

Το «αύριο» του Κούφη δεν ήταν μεταφορικό, ήταν κυριολεκτικό αφού το επόμενο βράδυ οι Πατρινοί αποθεώνουν το Μαζωνάκη που έχοντας ήδη πέντε χρόνια στην πλάτη του αρχίζει να χτίζει ένα ξεχωριστό image, τόσο στιλιστικά όσο και ερμηνευτικά.

Θα περάσει από όλα τα νυχτερινά κέντρα της πόλης, την «Ουτοπία», την «Παριζιάνα», τον «Φάρο», θα γνωρίσει ανθρώπους και μέχρι να φύγει από τη ζωή έκανε λόγο για «κάποια από τα καλύτερά του χρόνια». Ο κόσμος έχει λεφτά και βγαίνει, ο εικοσάχρονος τραγουδιστής πληρώνεται πολύ καλά και είναι πλέον πρώτο όνομα στο nightlife της Αχαϊκής πρωτεύουσας.

Βίντεο από τις πρώτες συνεντεύξεις του Γιώργου Μαζωνάκη:

Ο Μουρατίδης και το συμβόλαιο

Τα νέα ότι στην Πάτρα γίνεται χαμός με έναν καινούργιο πιτσιρικά φτάνουν στην Αθήνα, αφού φροντίζουν γι΄ αυτό άνθρωποι που τον έχουν δει στην πίστα όπως ο Τάκης Ζαχαράτος και ο σχεδιαστής Μιχάλης Ασλάνης, αλλά το αυτί των δισκογραφικών εταιριών δεν ιδρώνει.

Δεν ιδρώνει ούτε αυτό του Νίκου Μουρατίδη, ο οποίος εκείνο τον καιρό είναι υπεύθυνος διεθνούς ρεπερτορίου στην Polygram και δεν έχει καλή σχέση με το λαϊκό τραγούδι που εκπροσωπεί ο Μαζωνάκης.

Ο Ασλάνης είναι αυτός που θα σύρει με το ζόρι τον Μουρατίδη να δει τον Μαζωνάκη στο κέντρο που εμφανίζεται ο οποίος έλεγε «δεν ξέρω αν του έκανα κάποια ιδιαίτερη εντύπωση». Μόλις τελειώνει το πρόγραμμά του γνωρίζεται με τον άνθρωπο που αργότερα θα γινόταν ο μάνατζερ του, ο οποίος του ζητάει μια φωτογραφία.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα θα πάει στο τμήμα του ελληνικού ρεπερτορίου της εταιρίας του και δίνοντας την φωτογραφία του Μαζώ θα πει: «Είναι ένας τραγουδιστής στην Πάτρα που κάνει κατάσταση, τον λένε Μαζωνάκη και αν σας ενδιαφέρει καλώς».

Η Polygram στέλνει στην Πάτρα τον πολύ ικανό και έμπειρο παραγωγό Γιώργο Μακράκη ο οποίος αντιλαμβάνεται άμεσα ότι έχει μπροστά του κάτι ξεχωριστό όταν βλέπει τον Μαζώ στην πίστα.

Εκείνη την εποχή συνηθίζεται οι νέοι τραγουδιστές να πληρώνουν οι ίδιοι την παραγωγή του δίσκου τους και όταν ο Μακράκης του ζητάει να ανέβει στην Αθήνα για να κάνει δίσκο του ο Μαζώ ξεκαθαρίζει ότι «εγώ δεν έχω λεφτά για να πληρώσω την παραγωγή». Ο Μακράκης γελάει, του λέει ότι δεν θα πληρώσει για τον δίσκο και λίγες μέρες αργότερα το «Λόττο» όπως τον αποκαλούσαν οι μαγαζάτορες στην Πάτρα ανεβαίνει στην Αθήνα για να υπογράψει το πρώτο του συμβόλαιο.

Όταν όλα είναι έτοιμα για να βάλει την υπογραφή του «φοβήθηκα και λέω δεν υπογράφω. Νέος τραγουδιστής τώρα, να σου προσφέρουν συμβόλαιο και να λες όχι η τρελός πρέπει να είσαι η ψώνιο».

Ο Βίκος Αντύπας διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας μένει με το στυλό στο χέρι όταν ο νεαρός τραγουδιστής κάνει πίσω και σαν δικαιολογία προβάλλει το γεγονός ότι δεν το έχει δει ο δικηγόρος του. Κάτι απόλυτα λογικό από την στιγμή που δεν είχε δικηγόρο!

Τα πρώτα σουξέ

Επιστρέφοντας στην Πάτρα, αφήνει το συμβόλαιό του ανυπόγραφο στην Αθήνα και το ξεχνάει με την τρέλα των 21 χρόνων που κουβαλάει. Όταν παίρνει τηλέφωνο τον Νίκο Μουρατίδη και του το λέει, ο τελευταίος κοντεύει να χάσει τα λίγα μαλλιά που είχε και τον στέλνει στην πρωτεύουσα για να υπογράψει.

Το πρώτο του άλμπουμ θα κυκλοφορήσει το 1993 και θα περάσει χωρίς να ακουμπήσει κανέναν, απογοητεύοντας τον Μαζωνάκη, αλλά το επόμενο θα βγάλει το πρώτο του hit, το «Μη μου ζητάς να αλλάξω γνώμη» και το κλασικό του πλέον «Ανήκω σε μένα».

Στο «Carvel» γνωρίζεται με την Ρίτα Σακελλαρίου, με την οποία γίνεται φίλος, σε μια εποχή όπου ο Μαζώ δεν έχει κολλητούς γιατί δουλεύει πολύ όπως λέει ίδιος ή επειδή ανέκαθεν ήταν μοναχικός επιμένουν κάποιοι που τον έχουν ζήσει σε πολλά στάδια της ζωής του. «Ο Γιώργος πάντα ήθελε τον χώρο του, πολύ περισσότερο από τους άλλους ανθρώπους» θα πει ένας από αυτούς, όχι πάντως οι κολλητοί του από το σχολείο, με τους οποίους συναντιέται ενίοτε.

Τα παιδιά που του έλεγαν «άντε ρε μαλάκα που θα γίνεις τραγουδιστής» ήξεραν ότι ο συμμαθητής τους θα γινόταν, μόνο που δεν φαντάζονταν ότι θα έπαιζε στην Α’ Εθνική όπως λένε για τους σταρ της νύχτας που είναι πρώτα ονόματα.

Μέχρι τα δεκαεννιά του είναι τύπος και υπογραμμός σε ότι έχει να κάνει με την καλώς εννοούμενη αλητεία, που περιελάμβανε πάρτι, clubbing και βόλτες μέχρι το ξημέρωμα όταν δεν δούλευε. «Στα είκοσι έκοψα το λουρί» θα πει ο ίδιος χρόνια μετά. «Ίσως κρατούσα πράγματα και απωθημένα επειδή είχα στο μυαλό μου μόνο τη δουλειά και μόνο γι’ αυτά μίλαγα, ίσως μετά να έκανα την επανάστασή μου».

Φεύγοντας από το πατρικό του στη Νίκαια, μετακομίζει στην Κυψέλη σε ένα σπίτι επί της Φωκίωνος Νέγρη και η σεζόν που θα συνεργαστεί με τον Ρόκκο, τον Ζαχαράτο και τον Παϊτέρη στο Caravan κρατάει εννιά μήνες, χωρίς μια μέρα ρεπό! Ταυτόχρονα τρέχει για να προωθήσει τον δίσκο του σε πειρατικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς από τα Ταμπούρια μέχρι τον Ασπρόπυργο και σε κανάλια όπως το περίφημο ART 68.

Όσο εύκολα μιλούσε για την δουλειά του, τόσο δύσκολος είναι όταν έπρεπε να μιλήσει για την προσωπική του ζωή, αδιαφορώντας για τις φήμες που τον ακολουθούσαν από τα πρώτα χρόνια της καριέρας του και είχαν να κάνουν με την χρήση ναρκωτικών.

«Μαζωνάκης; Στο Bio-Bio κύριε λοχαγέ!»

Μετά το Caravan ακολουθούν «Ποσειδώνιο» το Lido και το Bio-Bio όπου οι εμφανίσεις του κρατάνε μόλις ένα μήνα, αφού τον καλούν να καταταγεί στον στρατό χωρίς να μπορεί να πάρει αναβολή.

Είχε ήδη πάρει αρκετές και σε μια εποχή όπου ο ίδιος την θεωρούσε καθοριστική για την πορεία του φοράει τα χακί τον Ιούνιο του 1996 για δεκαοχτώ μήνες.

Παρουσιάζεται στην Κόρινθο πρώτα και μετά στην Σπάρτη όπου γίνεται λοχίας ενώ η πρώτη του μετάθεση είναι σε ένα χωριό έξω από την Ξάνθη, το Πετροχώρι.

Μόλις το μαθαίνει νοσηλεύεται στην 414 Ψυχιατρική κλινική για δέκα μέρες, αλλά την Ξάνθη δεν τη γλιτώνει ενώ στην πρωινή αναφορά όταν έρχεται η σειρά του και ακούγεται το όνομά του οι φαντάροι φωνάζανε: «Στο Bio-Bio κύριε λοχαγέ!».

Μόλις φτάνει οι συνάδελφοί του δεν το πιστεύουν και αναρωτιούνται πως ο Μαζωνάκης μετατέθηκε στο Πετροχώρι, την ίδια στιγμή που ο σταρ δεν είναι και στα καλύτερά του αφού «το να συμβιώσω σε ένα θάλαμο με τόσους ανθρώπους ήταν πολύ δύσκολο για μένα».

Νοιώθει πολύ μόνος του εκείνη την περίοδο, παρόλο που μιλάει με τα άλλα παιδιά. Του λείπουν οι συνεργάτες, οι φίλοι, μα πιο πολύ απ’ όλα του λείπει το τραγούδι και η πίστα.

Το γερμανικό νούμερο, το περίφημο 2-4 που είναι ο εφιάλτης των φαντάρων είναι το καλύτερο για τον Μαζωνάκη, που τέτοια ώρα ήταν συνήθως στην πίστα βλέπει όμως και την άλλη όψη του νομίσματος.

«Θα έπαιρναν ας πούμε πεντακόσιοι άνθρωποι να πούνε βοηθήστε το Μαζωνάκη, ε άλλοι τόσοι έπαιρναν και έλεγαν γα@@@ε τον» θυμάται ο ίδιος «με επώνυμες καταγγελίες από ανθρώπους που δεν με ξέρανε».

Φίλους δεν έκανε αλλά ένα βράδυ την κοπάνησε μαζί με άλλους τέσσερις για να πιουν ποτό στην Ξάνθη. Πέρασαν μέσα από συρματοπλέγματα και χωράφια μέχρι να βγουν στο δρόμο και όταν μπήκαν στην πόλη τους πήγε στο καλύτερο κλαμπ. Με το που φτάνουνε οι άλλοι του λένε «Κύριε Μαζωνάκη, που θα πάμε; Εδώ δεν βάζουνε φαντάρους μέσα» για να εισπράξει την απάντηση «Ακολουθήστε ρε, που δεν θα μπούμε μέσα».

Όχι μόνο μπήκαν, αλλά τους κέρασαν τα πάντα και ο ιδιοκτήτης το πρωί τους γύρισε στο στρατόπεδο μαζί με τον Μαζώ, που πήρε το πολυπόθητο απολυτήριο από την Αθήνα το 1998 χωρίς να φαντάζεται ότι μετά τον στρατό θα βίωνε τα χειρότερα.

Στα κόκκινα

Τα χειρότερα δεν ήταν ότι σταμάτησε η συνεργασία του με τον Νίκο Μουρατίδη, ο οποίος αποφάσισε να τον αφήσει. Οι φήμες έκαναν λόγο για ένα μεγάλο καυγά, ο Μαζωνάκης όμως έλεγε ότι απλά χώρισαν οι δρόμοι τους όταν ο Μουρατίδης αποφάσισε ότι η συνεργασία τους έπρεπε να λήξει.

Εκείνη την περίοδο αρχίζει να βγαίνει πολύ, να πίνει πολύ και να «φτιάχνεται» πολύ έλεγαν άτομα που τον ήξεραν μέχρι την στιγμή που η ζωή του έρχεται ανάποδα.  Το καλοκαίρι του 2000 ο Γιώργος Μαζωνάκης θα συλληφθεί μετά από έρευνα που πραγματοποιούν αστυνομικοί στον ίδιο όταν σταματούν τη μηχανή του κάπου στην παραλιακή.

Πάνω του θα βρεθούν 0,3 γραμμάρια χασίς που δεν φτάνουν ούτε για να στρίψεις ένα τσιγάρο και ένα Lexotanil. Οι αστυνομικοί τον οδηγούν στο κρατητήριο, όπου θα περάσει δύο μέρες που δεν θα ξεχάσει ποτέ, αλλά και που δεν ήθελε να μιλάει γι’ αυτές.

«Ηταν φρικτά» θα πει σε δικούς του ανθρώπους όταν αφεθεί ελεύθερος όμως στα χρόνια που θα ακολουθήσουν θα ακούσει κι’ άλλα για χρήση κόκας από ανθρώπους που κινούνται στα πηγαδάκια της σόου μπιζ.

Ο ίδιος δεν είχε μιλήσει ποτέ ανοιχτά για το θέμα των ναρκωτικών, παρά μόνο σε πολύ δικούς του ανθρώπους, που κρατάνε το στόμα τους ερμητικά κλειστό. Είχε σκεφτεί να το κάνει κάποια στιγμή όχι για να δώσει τροφή στο gossip θηριοτροφείο αλλά για να μπορέσει να βοηθήσει με τον τρόπο του κάποιους ανθρώπους περνώντας ένα μήνυμα.

Τελικά δεν βρήκε τον τρόπο να το κάνει σε μια χώρα που κολλάει πολύ εύκολα ετικέτες στους επώνυμους, ενώ αν του έμεινε κάτι από αυτή την ιστορία ήταν η τρίμηνη φυλάκιση με αναστολή, την ημέρα που το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο. Οι γονείς του σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν πολύ πιο ψύχραιμοι σε αυτή την ιστορία.

«Με ταρακούνησε όλο αυτό το πράγμα λίγο πριν κλείσω τα τριάντα μου χρόνια. Με έβγαλε έξω από την ησυχία μου, αλλά είμαι της άποψης ότι όλα στην ζωή μας γίνονται για κάποιο λόγο. Κάτι ήθελε να μου πει αυτή η ιστορία και δεν έχω αποφασίσει ακόμα αν μου βγήκε σε κακό».

5582945984393974 image

Από τον Σταμάτη στον άρχοντα των σουξέ

Τα καλύτερα είναι πολλά σε μια καριέρα γεμάτη σημαντικούς σταθμούς. Τραγούδια σαν το «Φεύγω για μένα» και το «Το λάθος μου το τελευταίο» είναι κομμένα και ραμμένα στα μέτρα του.

Ζητάει ο ίδιος από τον Τάκη Μπουγά και άλλους συνθέτες και στιχουργούς κομμάτια όπου ο άνδρας δεν παρακαλάει αλλά διώχνει την γυναίκα όπως το «Αλλάξανε τα πλάνα μου κοιμήθηκα στη μάνα μου και μέχρι τα χαράματα σε είχα ξεπεράσει».

Η συνεργασία του με τους GoinThrough στο «Θέλω να γυρίσω στα παλιά» είναι μια κίνηση που δεν θα τολμούσε εύκολα ένας λαϊκός τραγουδιστής όχι όμως ο Μαζωνάκης.

Το cd single με ένα μόνο τραγούδι πούλησε 75.000 αντίτυπα και την ίδια περίοδο ο Μαζώ κάνει συναυλίες με τους GoinThrough προσεγγίζοντας ένα ακόμα πιο νεανικό κοινό.

Ακόμα και δύσκολα ονόματα του έντεχνου χώρου όπως ο Σταμάτης Κραουνάκης γοητεύονται από την αύρα του. Ο τελευταίος τον προσεγγίζει για να τραγουδήσει δύο κομμάτια στο soundtrack της ταινίας «Βαρέθηκα να σκοτώνω τους αγαπητικούς σου» το 2002.

Το «Ξημερώνει πάλι» θα γίνει ένα από τα κλασικά τραγούδια του Μαζώ που μιλάνε για χαμένες αγάπες πνιγμένες στο αλκοόλ όμως η εκτόξευση θα έρθει ένα χρόνο αργότερα.

Ο Φοίβος μπαίνει στο στούντιο μαζί με τον Μαζωνάκη και η συνεργασία τους γεννάει το «Σάββατο» και μαζί τον πανικό με το «Gucci Φόρεμα».

Η άτυπη εδώ και χρόνια μάχη ανάμεσα στα δυτικά και Βόρεια προάστια γίνεται το τραγούδι της χρονιάς, έφερε όλη την Αθήνα και την Εκάλη στο «Γκάζι» χρίζοντας ταυτόχρονα τον Μαζωνάκη megastar, που αδιαφορούσε για τα σχόλια περί κλοπής του κομματιού από το «Indaclub» του 50 Cent.

Οι εμφανίσεις του είναι soldout και από το μαγαζί περνάνε ουκ ολίγα έντεχνα ονόματα όπως η Ελευθερία Αρβανιτάκη και η Δήμητρα Γαλάνη που όχι μόνο τον χειροκροτούνε αλλά δεν διστάζουν να τραγουδήσουν μαζί του.

Ο θρίαμβος θα συνεχιστεί με συναυλίες σε όλη την Ελλάδα και το «Μαζωνάκης Live» που θα ακολουθήσει αποτυπώνει την ένταση και ξανακάνει hit το «Σε έχω κάνει Θεό» που είχε ερμηνεύσει πρώτη η Κατερίνα Στανίση.

Γιώργος Μαζωνάκης και Κατερίνα Στανίση ερμηνεύουν μαζί το «Σε έχω κάνει Θεό»:

Τον ερχόμενο Δεκέμβριο επέστρεψε δισκογραφικά με «Τα όχι και ναι μου» ένα δίσκο που μοιράστηκαν ο Τάκης Μπουγάς και ο Φοίβος δύο από τους ανθρώπους που σημάδεψαν την καριέρα του.

Μετά ακολούθησαν πολλές αξιόλογες και «πάντα» ψαγμένες δουλειές, η συνεργασία με τον Γιώργο Σαμπάνη και φυσικά το «Ώρες μικρές» ένα εξαιρετικό ζεϊμπέκικο, το οποίο τον απογείωσε.

Και δανδής κι’ αλήτης

Λένε ότι καμιά φορά ο άνθρωπος ψάχνει να βρει τον εαυτό του με λάθος τρόπο και δεν είναι λίγοι αυτοί που επιμένουν ότι ο Μαζωνάκης το έκανε κάποια περίοδο της ζωής του.

Σχεδόν όλοι όσοι τον γουστάρουν όμως βρήκαν ότι όλο αυτό ενίσχυσε το στυλ ενός πολύ διαφορετικού λαϊκού τραγουδιστή με ροκ συμπεριφορά πάνω στην πίστα.

5582946861352001 image

Ο τρόπος που κρατούσε το μικρόφωνο, οι αλήτικες ενίοτε κινήσεις του πάνω στην πίστα και η επαφή που είχε με την μπάντα του όπως αποκαλούσε τους μουσικούς του, παρέπεμπαν σε έναν Έλληνα RobbieWilliams που φοράει με την ίδια άνεση ένα πουκάμισο του HeidiSlimanne η ένα λευκό t-shirt.

Διαθέτοντας μια μοναδική ικανότητα να ελίσσεται από τα δικά του τραγούδια σε κομμάτια ξεχασμένα από άλλους όχι όμως από τον ίδιο «πουλούσε» εξαιρετικά τον εαυτό του πάνω στην πίστα κινούμενος σαν ένας ροκ σταρ του λαϊκού τραγουδιού.

Τα έδινε όλα κάθε βράδυ και ίσως γι’ αυτό άφηνε πάντα πάντα μια λεπτή διαχωριστική γραμμή σε ότι αφορούσε τα προσωπικά του και επέτρεπε να την περάσουν μόνο δυο-τρία άτομα τα οποία δεν θα τον «έδιναν» ποτέ.

5582947033407498 image

Πριν από αρκετά χρόνια όταν έβγαινε για λίγο με την Εβελίνα Παπαντωνίου, του την «χρέωσαν» όπως του χρέωσαν μετά την φίλη του Κατερίνα, η οποία τον συνόδευσε σε κάποια κοσμικά πάρτι. Πάρτι από αυτά που με λίγες εξαιρέσεις απεχθάνεται και γι αυτό όπως λένε κάποιοι που τον ζουν, φρόντιζε πριν πάει να έχει πιει τα ποτάκια του για να μπορεί να αντέξει τις τυπικές χειραψίες και τους ψεύτικους εναγκαλισμούς.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, η ενδοοικογενειακή σύγκρουση τον επηρέασε σε μεγάλο βαθμό παρότι ο ίδιος πίστευε ότι δεν έφτασε ποτέ στα άκρα αν και οι σχέσεις με τους δικούς του ήταν πλέον ανύπαρκτες.

Παρά τα όσα ακούστηκαν κατά καιρούς για καταχρήσεις ο Μαζώ ήταν πάντα ένας γοητευτικός αλήτης του τραγουδιού.

Κι’ αυτό γιατί μπορούσε πολύ εύκολα να περάσει από το «Το Gucci φόρεμα» σε λαϊκά τραγούδια όπως το «Πληρώνω» που δεν είναι δικό του αλλά το λάτρευε για τους στίχους του που εξέφραζαν τον ίδιο: «Για όλους και για όλα εγώ πληρώνω, για τόσα δάκρυα που δεν στεγνώσαν με το χρόνο, για όλους και για όλα εγώ πληρώνω, τον εαυτό μου κάθε μέρα νιώθω και πιο μόνο...».

Πηγή: Πρώτο Θέμα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: 

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ