«Δεν υπήρχαν χρήματα για σεφ. Κράτησε 2-3 χρόνια. Δεν ήξερα να σουρώνω τα μακαρόνια και τα έβαζα στο πιάτο με νερό, αλλά ερχόντουσαν πελάτες γιατί μοιράζαμε πολλές κάρτες. Έτρωγε και δεν ξαναέτρωγε κάποιος. Είχαμε θράσος»
ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ: Όλα τα νέα των celebrities με ένα κλικ στο #CelebrityNewsCyprus
Ο Μπάμπης Στόκας και ο Φίλιππος Πλιάτσικας βρέθηκαν καλεσμένοι στο #StudioΣτις3 μιλώντας για την πορεία τους στους Πυξ Λαξ και τις έντονες στιγμές του.
Οι Πυξ Λαξ αποτελούν ένα από τα πιο επιδραστικά και αγαπημένα συγκροτήματα της ελληνικής μουσικής σκηνής, με τραγούδια που σημάδεψαν κυρίως τη δεκαετία του ’90 και εξακολουθούν μέχρι σήμερα να ενώνουν διαφορετικές γενιές στις συναυλίες τους.
Ο ήχος τους κινήθηκε ανάμεσα στο ελληνικό ροκ και την έντεχνη τραγουδοποιία, με στίχους που μιλούσαν για τον έρωτα, τον χωρισμό, τη μοναξιά, τις ανθρώπινες σχέσεις και τις μικρές ή μεγάλες διαψεύσεις της ζωής.
Στη μακρά πορεία τους οι Πυξ Λαξ δημιούργησαν τραγούδια που απέκτησαν σχεδόν διαχρονικό χαρακτήρα, όπως τα #ΜοναξιάΜουΟλα, #Γιατί, #ΟιΠαλιέςΑγάπεςΠάνεΣτονΠαράδεισο, #ΑνόητεςΑγάπες και #ΠούλαΜε. Η ιδιαίτερη γραφή τους, άλλοτε μελαγχολική και άλλοτε πιο ηλεκτρική, έγινε αναπόσπαστο κομμάτι του soundtrack μιας ολόκληρης εποχής.
Σημαντικό κεφάλαιο στην ιστορία τους υπήρξε ο Μάνος Ξυδούς, ο οποίος έφυγε από τη ζωή το 2010. Η απώλειά του σημάδεψε βαθιά τους ανθρώπους του συγκροτήματος, αλλά και το κοινό που είχε συνδέσει τη φωνή και τη δημιουργική παρουσία του με την ταυτότητα των Πυξ Λαξ.
Όπως εξομολογήθηκε ο Φίλιππος Πλιάτσικας, πριν από αρκετά χρόνια, είχαν ανοίξει με τον αδελφό του μια πιτσαρία, όταν έκανε σκέψεις να εγκαταλείψει τη μουσική.
Όταν ξεκινήσαμε ήταν μεγάλο το όνειρο αλλά δεν περιμέναμε ότι θα γεμίζαμε και το ΟΑΚΑ. Στην αρχή και οι δύο ήμασταν δύσκολα, εγώ έτσι κι αλλιώς, είχε ανοίξει πιτσαρία. Είχα πάρει άλλη κατεύθυνση. Ήταν στην Αγίου Μελετίου με τον αδελφό μου, δεν ήξερα να μαγειρεύω τίποτα
Δεν υπήρχαν χρήματα για σεφ. Κράτησε 2-3 χρόνια. Δεν ήξερα να σουρώνω τα μακαρόνια και τα έβαζα στο πιάτο με νερό, αλλά ερχόντουσαν πελάτες γιατί μοιράζαμε πολλές κάρτες. Έτρωγε και δεν ξαναέτρωγε κάποιος. Είχαμε θράσος



