«Η Αγγελική Νικολούλη, συνδύασε την ταινία μου με τις δολοφονικές επιθέσεις. Πανικόβλητος και θυμωμένος πήρα τηλέφωνο στον #Alpha»
ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ: Όλα τα νέα των celebrities με ένα κλικ στο #CelebrityNewsCyprus
Ο Σωτήρης Τσαφούλιας βρέθηκε καλεσμένος στο πλατό των #RainbowMermaids, όπου παραχώρησε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη.
Ο σκηνοθέτης μίλησε ανοιχτά για τον γάμο, τη σχέση του με τις δύο κόρες του, αλλά και για ένα τρομακτικό περιστατικό που βίωσε όταν ένας ληστής μπήκε στο σπίτι του.
Μεταξύ άλλων, ο σκηνοθέτης αναφέρθηκε στην υπόθεση των δολοφονικών επιθέσεων σε δύο οδηγούς ταξί το 2017 στην Κηφισιά, η οποία είχε συνδεθεί με το #ΈτεροςΕγώ στην εκπομπή #ΦωςΣτοΤούνελ.
Η υπόθεση των δολοφονικών επιθέσεων εναντίον οδηγών ταξί στην Κηφισιά το 2017 παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα ανεξιχνίαστα αστυνομικά μυστήρια στην Ελλάδα, η οποία πήρε απρόσμενη τροπή λόγω της σύνδεσής της με την κινηματογραφική ταινία #ΈτεροςΕγώ.
Στην πρώτη επίθεση (11 Φεβρουαρίου 2017) ο δράστης επιβιβάστηκε στο ταξί ενός 32χρονου οδηγού στη Νέα Ερυθραία. Όταν έφτασαν στην οδό Μαυρομιχάλη στην Κηφισιά, τον πυροβόλησε τρεις φορές στο κεφάλι με 22άρι περίστροφο. Ο οδηγός σώθηκε από θαύμα μετά από νοσηλεία.
Στην δεύτερη επίθεση (28 Φεβρουαρίου 2017), στο ίδιο ακριβώς σημείο (συμβολή Μαυρομιχάλη και Χαριλάου Τρικούπη), ο δράστης πυροβόλησε με το ίδιο όπλο και με τον ίδιο τρόπο τον 52χρονο οδηγό ταξί Γιώργο Δεκαβάλλα, ο οποίος δυστυχώς έχασε τη ζωή του.
Η βαλλιστική εξέταση επιβεβαίωσε ότι και στις δύο περιπτώσεις χρησιμοποιήθηκε το ίδιο, σπάνιο όπλο. Λόγω της μεθοδολογίας, οι αρχές έκαναν λόγο για έναν κατά συρροή δολοφόνο (serial killer) με έντονη εμμονή γύρω από τον χώρο των ταξί και τη συγκεκριμένη τοποθεσία.
Η υπόθεση συνδέθηκε άμεσα με το αστυνομικό θρίλερ #ΈτεροςΕγώ του Σωτήρη Τσαφούλια, το οποίο είχε κάνει πρεμιέρα στις αίθουσες λίγες εβδομάδες νωρίτερα (Ιανουάριος 2017). Στην ταινία, ο δολοφόνος χρησιμοποιεί ένα ταξί για να πραγματοποιήσει τα εγκλήματά του.
Όταν ξεκίνησαν οι επιθέσεις, η ΕΛ.ΑΣ. άρχισε να εξετάζει το σενάριο ο δράστης να μιμείται την ταινία. Μάλιστα, ο ίδιος ο σκηνοθέτης κλήθηκε να καταθέσει ως μάρτυρας προκειμένου να δώσει πληροφορίες για τη συμπεριφορά του συγκεκριμένου θεατή, χωρίς ωστόσο εκείνος να θυμάται τα χαρακτηριστικά του προσώπου του.
Θορυβημένος από την πιθανότητα το έργο του να έχει αποτελέσει έμπνευση για έναν πραγματικό δολοφόνο, ο Σωτήρης Τσαφούλιας έλαβε τη γενναία απόφαση να αποσύρει αμέσως την ταινία από τους κινηματογράφους. Όπως δήλωσε τότε, προτίμησε να προστατεύσει τις ανθρώπινες ζωές και τις έρευνες των αρχών, παρά την εμπορική επιτυχία της ταινίας.
Παρά τις εκτεταμένες έρευνες της Αντιτρομοκρατικής και του Τμήματος Ανθρωποκτονιών, τη συλλογή δακτυλικών αποτυπωμάτων και τον έλεγχο δεκάδων υπόπτων, ο δράστης δεν εντοπίστηκε ποτέ. Η υπόθεση παραμένει στα «κρύα αρχεία» (cold cases) της ελληνικής αστυνομίας, με το κίνητρο του δράστη να παραμένει άγνωστο.
Ο Σωτήρης Τσαφούλιας είπε:
Υπήρχε τότε ένας άνθρωπος ο οποίος έκανε απόπειρες δολοφονίας εναντίον οδηγών ταξί. Είχε τραυματίσει έναν και νομίζω είχε σκοτώσει τον δεύτερο
Σε μια εκπομπή της φίλης μου, της Αγγελικής Νικολούλη, στο τέλος της εκπομπής συνδύασε την ταινία μου, που παιζόταν τότε στους κινηματογράφους, με το περιστατικό.
Εγώ δεν την ήξερα τότε την Αγγελική. Απλά πήρα τον Alpha, πανικόβλητος και θυμωμένος ότι πρώτα απ’ όλα δίνετε spoiler… Και δεύτερον, από πού κι ως πού; Και με παίρνει η ίδια τηλέφωνο και μου λέει: “Δεν είναι τυχαία η σύνδεση. Αφήνει μηνύματα παρόμοια με την ταινία”.
Με φωνάξανε σε μια κατάθεση μετά, γιατί ήταν ένας σε ένα Q&A και είχε κάνει μια περίεργη ερώτηση και πίστευαν ότι ήταν αυτός, να δώσω μια περιγραφή. Και όταν αυτό το πράγμα βγήκε, πετάχτηκαν ένα, δύο, τρεις εξυπνάκηδες που έσπευσαν να προδιαγράψουν ότι όλο αυτό εγώ το κάνω για διαφήμιση και για να ανέβει η ταινία.
Δεν δίστασε να σχολιάσει με αιχμηρό τρόπο τη συμπεριφορά του βουλευτή Λαζαρίδη, με αφορμή τηλεοπτικό περιστατικό κατά το οποίο μια γυναίκα ξέσπασε σε κλάματα, εκφράζοντας την έντονη δυσαρέσκειά του για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι άνθρωποι στον δημόσιο διάλογο.
Αναφερόμενος στη νοοτροπία που, όπως υποστήριξε, χαρακτηρίζει μέρος της ελληνικής κοινωνίας, ο Σωτήρης Τσαφούλιας έκανε μια ιδιαίτερα έντονη τοποθέτηση, φέρνοντας ως παράδειγμα και πρόσφατο τηλεοπτικό περιστατικό με πρωταγωνιστή βουλευτή.
Είμαι ο Έλληνας που ντρέπομαι απέναντι στους προγόνους μου. Δεν ντρέπομαι γι’ αυτούς, αυτοί θα ντρέπονται για μένα. Εγώ τι είμαι; Είμαι το κωλόπαιδο που έρχεσαι και μου τη λες και σου λέω “ρε, ξέρεις ποιος είναι ο μπαμπάς μου;”. Ποιος είναι ο μπαμπάς σου; Εσύ τι έχεις να μας πεις; Αυτό πρέπει να αλλάξει. Είναι δυνατόν να βγαίνει βουλευτής πρόσφατα στην τηλεόραση, να κάνει γυναίκα να κλαίει, και δεν με νοιάζει που λέω γυναίκα, εγώ είμαι του ’75, είμαι λίγο παλιός. Ποιος άνθρωπος θα κάνει έναν άνθρωπο να κλάψει, και δη μια γυναίκα, και θα γελάει στο θέαμα αυτό; Έχουμε παρεξηγήσει πολλές έννοιες. Η ελευθερία θέλει προσοχή.
Σε ένα από τα πιο προσωπικά σημεία της συνέντευξης, ο σκηνοθέτης αναφέρθηκε στις δύο κόρες του, αποκαλύπτοντας πως η μεγαλύτερη είναι σήμερα 19 ετών και η μικρότερη 16.
Μάλιστα, εξομολογήθηκε πως ένα τρομακτικό περιστατικό που συνέβη όταν η Δέσποινα ήταν μόλις δύο ετών άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε την αλήθεια μέσα στην οικογένειά του.
Η μεγάλη μου κόρη είναι 19 και η μικρή 16. Εγώ μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον όπου η αλήθεια, όταν δεν ήταν απαραίτητη, δεν λεγόταν. Την ημέρα της γιορτής μου έγινε ένα περιστατικό. Η Δέσποινα ήταν δύο χρονών και χτύπησε ο συναγερμός. Άνοιξα τα μάτια μου και είδα τον ληστή με φακό, τον είδα στο δωμάτιο της κόρης μου. Παρέλυσα. Κι έγινε ένα περιστατικό που το παιδί βίωσε μια εμπειρία και δεν μπορούσε μετά να κοιμηθεί. Και κάπως έτσι της είπα την αλήθεια, τι έγινε. Ενάμιση μήνα κοιμόμουν στο πάτωμα δίπλα στο κρεβάτι της, γιατί δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Αλλά μετά από έξι μήνες η πληροφορία πέρασε και η ανάμνηση έσβησε. Το είχαμε κλείσει όλο αυτό με την αλήθεια. Εγώ, δυστυχώς, έχω πει περισσότερες αλήθειες για τη ζωή μου και τα λάθη μου στα παιδιά μου απ’ ό,τι θα έπρεπε.
Ο Σωτήρης Τσαφούλιας τοποθετήθηκε και για τον θεσμό του γάμου, εξηγώντας γιατί θεωρεί ότι οι κοινωνικές και νομικές δεσμεύσεις μπορούν να λειτουργήσουν επιβαρυντικά για μια σχέση.
Παρότι εξέφρασε τις επιφυλάξεις του, ξεκαθάρισε πως δεν αποκλείει να παντρευτεί ξανά, εφόσον βρεθεί με τον κατάλληλο άνθρωπο.
Φυλακή γίνεται ο γάμος. Σε δένει με έναν τρόπο κοινωνικό, νομικό. Επιβάλλει ένα μοτίβο συμπεριφοράς. Αυτά αρχίζουν και φθείρουν το ζευγάρι. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί η αγάπη δύο ανθρώπων –που το έχω κάνει και θα το ξαναέκανα με τον σωστό άνθρωπο– χρειάζεται οποιαδήποτε επικύρωση οποιασδήποτε αρχής, Θεού και ανθρώπου.
Ιδιαίτερα συγκινημένος εμφανίστηκε ο Σωτήρης Τσαφούλιας όταν αναφέρθηκε στην τελευταία σκηνή της σειράς #Ριφιφί, περιγράφοντας όσα συνέβησαν πίσω από τις κάμερες και την έντονη συναισθηματική φόρτιση που βίωσαν τόσο ο ίδιος όσο και οι συνεργάτες του.
Μάλιστα, χαρακτήρισε το συγκεκριμένο γύρισμα μία από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές της ζωής του, αποκαλύπτοντας πως η ερμηνεία της Ευαγγελίας Μουμούρη ήταν τόσο δυνατή, ώστε ολόκληρο το συνεργείο ξέσπασε σε κλάματα.
Έπρεπε να καλύψω με τη μυθοπλασία ένα κομμάτι τελείως ελεύθερο, το ποιοι και το γιατί. Το πώς και το πού το ξέραμε από τις ειδήσεις. Η τελευταία σκηνή ήταν μία από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές στη ζωή μου. Έρχεται σε όλο το έργο η ηρωίδα, παραγγέλνει μια πάστα, τρώει μια κουταλιά, την πληρώνει και φεύγει. Στο τέλος βλέπουμε τι σημαίνει αυτό και γιατί τρώει όλη την πάστα. Το σενάριο γράφει ότι τρώει την πάστα λαίμαργα και κλαίει. Εγώ της λέω της Ευαγγελίας “πρέπει να το γεμίσεις το μάτι, αλλά μην ξεσπάσεις, κράτα το για να κλάψει ο τηλεθεατής”. Έρχεται η παραγωγή και φέρνει ένα κουτί με πέντε πάστες. Μιλούσαμε και λέω “παιδιά, βάλτε της μια πάστα να πάμε μια λήψη, πάρτε τις πάστες πίσω”. “Ευαγγελία, δεν θα πω πάμε. Όταν είσαι έτοιμη, ξεκινάς μόνη σου”. Ξεκινάει, παίρνει τον χρόνο της. Μετά από περίπου μισό λεπτό κάνει ένα έτσι και ξεκινάει. Εγώ βούρκωσα και όταν βουρκώνω εγώ, πιστεύω ότι βουρκώνει κι αυτός που θα το δει μετά. Γυρνάω δίπλα και βλέπω ότι κλαίει όλο το συνεργείο. Και τελειώνει η πάστα και δεν μπορώ να πω κάτι. Σηκώνομαι, μπαίνω στο καφενείο και γονατίζω μπροστά της. Ξέσπασε σε λυγμούς. Αυτό που έχτιζε μέσα της το κρατούσε. Την είχα αγκαλιά και σπάραζε στα χέρια μου. Εξαφανίστηκαν όλοι μέχρι να ηρεμήσει και κάπως έτσι πήραμε αυτή τη σκηνή.



