«Μην ανησυχείς για μας, μαμά. Ο Παύλος είναι ο βράχος μου, ο Γιώργος στο πλευρό μου, οι άνθρωποι που σε αγάπησαν μας δίνουν κουράγιο. Απλα τιποτα πια δεν είναι το ίδιο. Με τον καιρό ο πόνος δυναμώνει αντί να γλυκαίνει»
ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ: Όλα τα νέα των celebrities με ένα κλικ στο #CelebrityNewsCyprus
Μια βαθιά προσωπική και φορτισμένη ανάρτηση αφιερωμένη στη μητέρα της δημοσίευσε η Έλενα Ακρίτα στον προσωπικό της λογαριασμό στο Instagram, με αφορμή τη συμπλήρωση σαράντα ημερών από την απώλειά της.
Η μητέρα της Έλενας Ακρίτα ήταν η Σύλβα Ακρίτα (Σύλβα-Καίτη Γιαβάσογλου), η οποία έφυγε από τη ζωή στις 23 Δεκεμβρίου 2025, σε ηλικία 97 ετών.
Η Σύλβα Ακρίτα υπήρξε εμβληματική προσωπικότητα της ελληνικής πολιτικής σκηνής. Ήταν η πρώτη γυναίκα βουλευτής στην ιστορία του ΠΑΣΟΚ και ιδρυτικό του στέλεχος. Υπηρέτησε ως Υφυπουργός Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων στην κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου. Κατά τη διάρκεια της Χούντας, καταδικάστηκε από στρατοδικείο σε 10ετή κάθειρξη για την αντιστασιακή της δράση με το Πατριωτικό Μέτωπο.
Ήταν σύζυγος του Λουκή Ακρίτα, δημοσιογράφου και πολιτικού (πρωτεργάτη της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης), ο οποίος απεβίωσε το 1965.
Σήμερα, 4 Φεβρουαρίου 2026, συμπληρώνονται περίπου 40 ημέρες από τον θάνατό της.
Στο μακροσκελές κείμενό της, η ίδια μιλά για την απουσία, για τις μικρές καθημερινές συνήθειες που συνεχίζουν να «πονούν», αλλά και για στιγμές της ζωής της που πλέον δεν μπορούν να μοιραστούν.
Η ανάρτηση συνοδεύτηκε από μια παλιά φωτογραφία, φορτισμένη συναισθηματικά, με το μήνυμα της Έλενας Ακρίτα να συγκεντρώνει δεκάδες σχόλια συμπαράστασης και αγάπης από φίλους και ακολούθους της.
Απόψε στις 10 το βράδυ κλείνουν σαράντα μέρες, μαμά. Είναι τα μικρά μαμά. Τα μικρά, τα καθημερινά, αυτά πονάνε περισσότερο. Ακόμα σου μιλάω. Ακόμα λέω αυτό να στο πω να γελάσεις. Ακόμα σταματάω στο περίπτερο να σου αγοράσω τα τσιπς που σου άρεσαν. Ακόμα λέω, μη μαγειρέψουμε φακές να μη γκρινιάξεις.
Προχτές μετά την ομιλία μου στη Βουλή έτρεξα βολίδα έξω γιατί περίμενα το τηλεφώνημα σου να μου πεις πως σου φάνηκε. Το βράδυ στην τηλεόραση έπεσα πάνω σε μια ταινία που την είχαμε δει μαζί στο θερινό με ποπκόρν και τη μπίρα σου χωρίς αλκοόλ. Κι έπειτα αγκαζέ, πάντα αγκαζέ γυρίζαμε σπίτι.
Τα μικρά πονάνε, μαμά. Γι’ αυτό ακόμα δεν μπορώ να μπω στο δωμάτιο σου. Γιατί δεν είσαι πια εκεί στην πολυθρόνα σου με τη Χαρουλα τη γατούλα αγκαλιά, γιατί δεν είσαι πια εκεί στο λάπτοπ να συζητάς με τους φίλους σου, να τσακώνεσαι με τον Σταμάτη σου, να μιλάς στον πληθυντικό στο ΑΙ που το έμαθες μέσα σε δέκα λεπτά, να διαβάζεις την εφημερίδα σου με τα αδύναμα πια κουρασμένα σου ματάκια.
Μην ανησυχείς για μας, μαμά. Ο Παύλος είναι ο βράχος μου, ο Γιώργος στο πλευρό μου, οι άνθρωποι που σε αγάπησαν μας δίνουν κουράγιο. Απλα τιποτα πια δεν είναι το ίδιο. Με τον καιρό ο πόνος δυναμώνει αντί να γλυκαίνει.
Σ’ αγαπάω μαμά. Από ‘δω ως τον ουρανό, από ‘δω ως εκεί που είσαι, όπου κι αν είσαι, αν είσαι, σ’ αγαπάω.



